αυτοπροαίρετος

αυτοπροαίρετος
η , ο [ος , ον ] добровольный;
действующий без принуждения

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "αυτοπροαίρετος" в других словарях:

  • αὐτοπροαίρετος — self chosen masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτοπροαίρετος — η, ο (AM αὐτοπροαίρετος, ον) [προαιρούμαι] 1. αυτός που γίνεται με την ελεύθερη θέληση κάποιου, θεληματικός 2. αυτός που ενεργεί ελεύθερα, αυτόβουλα μσν. το ουδ. ως ουσ. τὸ αὐτοπροαίρετον δύναμη εκλογής …   Dictionary of Greek

  • αὐτοπροαιρέτως — αὐτοπροαίρετος self chosen adverbial αὐτοπροαίρετος self chosen masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπροαίρετον — αὐτοπροαίρετος self chosen masc/fem acc sg αὐτοπροαίρετος self chosen neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπροαιρέτοις — αὐτοπροαίρετος self chosen masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπροαιρέτου — αὐτοπροαίρετος self chosen masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπροαιρέτῳ — αὐτοπροαίρετος self chosen masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπροαίρετα — αὐτοπροαίρετος self chosen neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπροαίρετοι — αὐτοπροαίρετος self chosen masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ταλθύβιος — Σπαρτιάτης, κήρυκας και υπηρέτης του Αγαμέμνονα, τον οποίο τιμούσαν ως ήρωα στη Σπάρτη. Μετά τον Τρωικό πόλεμο οδήγησε άποικους στην Κρήτη, όπου έχτισε την Τεγέα. Τάφος και μνημεία του Τ. υπήρχαν στη Σπάρτη. Επειδή οι Σπαρτιάτες σκότωσαν τους… …   Dictionary of Greek

  • αυτάγρετος — αὐτάγρετος, ον (Α) 1. αυτοπροαίρετος, εκούσιος 2. εκείνος τον οποίο έχει πιάσει κάποιος με τα ίδια του τα χέρια 3. αυτός που εκλέγει ελεύθερα. [ΕΤΥΜΟΛ. αυτ(ο) * + *αγρετός < αγρώ ( έω) «πιάνω, καταλαμβάνω»] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»